Loading
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

Η τέλεια διαμονή

Ο Πύργος Ξένιου κτίστηκε το 1850, στην θέση του παλιότερου, πατρικού σπιτιού του Δημητσανίτη μεγαλέμπορου Κωνσταντίνου Κουκουζή, από Πυρσογιαννίτες και Λαγκαδινούς μαστόρους, που ήσαν οι καλύτεροι τεχνίτες πέτρας εκείνη την εποχή.

Ονομάστηκε «Πύργος του Ξένιου», από κάποιον απόγονο της οικογένειας, τον Πολύξενο (Ξένιο) Παλλαμήδη, Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Δημητσάνας, που το κληρονόμησε αργότερα.

Το αρχοντικό αυτό ήταν εξωπραγματικών διαστάσεων για την εποχή του. Έχει ύψος 18 μέτρα (όσο και μια σημερινή εξαώροφη πολυκατοικία). Το πάχος των τοίχων του είναι στο ισόγειο 1,40μ ενώ στον τελευταίο όροφο είναι 0,80μ. Διέθετε ιδιαίτερο χώρο για τα ζώα (στάβλο) ενώ όλα τα σπίτια της εποχής στέγαζαν τα ζώα στο ισόγειό τους. Έχει 5 ορόφους και εμβαδόν 520 τ.μ. ενώ τα συνηθισμένα σπίτια της εποχής ήσαν διώροφα ή και τριώροφα (με την κλίση του εδάφους) και είχαν εμβαδόν από 50-120 τ.μ.. Ακόμη και τα μεγαλύτερα αρχοντικά της εποχής δεν υπερέβαιναν ποτέ τους 4 ορόφους και τα 250 τ,μ.

Ο Κουκουζής, που διέμενε στην Πάτρα και εμπορευόταν κυρίως σταφίδα, ταξίδευε σε όλη την Ευρώπη και έβλεπε τα μεγάλα κτίρια των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, θέλησε λοιπόν να κατασκευάσει ένα αντίστοιχο κτίριο και στην πατρίδα του.

Υπάρχουν πολλοί θρύλοι για την κατασκευή του τεράστιου για την εποχή εκείνη κτιρίου. Λέγεται ότι «κάψανε 40 καμίνια ασβέστη – κάθε καμίνι ήταν 600 καντάρια» για αυτό το αρχοντικό ενώ για τα συνηθισμένα σπίτια «έκαιγαν» 2-3 καμίνια. Λένε ακόμη ότι και «έσκασαν 250 μουλάρια», από αυτά που κουβαλούσαν τις πέτρες και τα άλλα υλικά. Οι «μαστόροι ήταν τόσοι πολλοί, που έτρωγαν ένα βόδι κάθε ημέρα»!

Τελικά, το όνειρό του ολοκληρώθηκε το 1850 ή 1851, όπως αποδεικνύεται από το σκαλιστό υπέρθυρο στην αυλόπορτα και από τις σφυρήλατες πινακίδες στα σιδερένια κάγκελα των μπαλκονιών.

Το κτίριο γνώρισε μεγάλες δόξες τον 19° αιώνα, αφού οι πλούσιοι ιδιοκτήτες του παρέθεταν συχνά δείπνα και δεξιώσεις στους αριστοκράτες άρχοντες και εμπόρους εκείνης της εποχής. Μάλιστα, όταν ο βασιλιάς Γεώργιος ο Α’ είχε επισκεφθεί την περιοχή στις αρχές του 20ου αιώνα, σε αυτό το αρχοντικό είχε φιλοξενηθεί.

O Κώστας Κουκουζής δεν είχε απογόνους και έτσι το κτίριο πέρασε σε διάφορους κληρονόμους, μεταξύ των οποίων και ο Πολύξενος Παλλαμήδης (Ξενιός) στις αρχές του 2ο αιώνα. Πριν από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κτίριο είχε εγκαταλειφθεί και την περίοδο του ανταρτοπολέμου χρησιμοποιήθηκε σαν καταφύγιο από πολλούς «ανταρτόπληκτους». Στην συνέχεια χρησιμοποιήθηκε σαν κατοικία και ιατρείο του γιατρού – θρύλου της Δημητσάνας Βασιλείου Κιούση, μέχρι τα μέσα του 1970, οπότε εγκαταλείφθηκε και πάλι. Μετά από ενέργειες της Αδελφότητας Δημητσανιτών, το κτίριο δωρήθηκε στην Αδελφότητα, από τους σημερινούς κληρονόμους που διαμένουν στο Βέλγιο. Το 1996, ο EOT ζήτησε το κτίριο από την Αδελφότητα Δημητσανιτών, προκειμένου να το μετατρέψει σε ξενώνα και να το εκμεταλλευτεί για 10 χρόνια.

Οι εργασίες αναπαλαίωσης αποδείχθηκαν χρονοβόρες και πολύπλοκες καθώς το διατηρητέο κτίριο έπρεπε να διατηρήσει ανέπαφο τον παλιό του χαρακτήρα και τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία. Μόλις που επετράπει από την Διεύθυνση Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού να κατασκευαστούν τα στοιχειωδώς απαραίτητα μπάνια και η κεντρική θέρμανση!

Η αποκατάσταση της ζωγραφικής των ταβανιών και των εσωτερικών τοίχων έγινε από ειδικούς τεχνίτες και αγιογράφους. Για την στερέωση της τοιχοποιίας χρειάστηκε να γίνουν χιλιάδες τσιμεντοενέσεις στα τεραστίων διαστάσεων τοιχεία του. Έτσι, οι εργασίες αναπαλαίωσης κράτησαν πάνω από 6 χρόνια, μέχρι και το 2002, οπότε η Αδελφότητα Δημητσανιτών ζήτησε από τον EOT να μη εξασκήσει το δικαίωμα χρήσης του για τα 4 επόμενα χρόνια, όπως είχε δικαίωμα, και να της το παραχωρήσει και πάλι, προκειμένου αυτή να το «εκμεταλλευτεί», πάντοτε όμως σαν ξενώνα.

Σήμερα, πλήρως ανακαινισμένο, λειτουργεί σαν ένας πολύ ιδιαίτερος ξενώνας πολυτελείας στην Δημητσάνα.

ΞΕΝΩΝΑΣ ΞΕΝΙΟΣ